ΘΕΡΜΙΚΗ ΑΝΕΣΗ

Θερμική άνεση είναι ο τρόπος που οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με το θερμικό τους περιβάλλον, το οποίο επηρεάζεται από παραμέτρους όπως η θερμοκρασία, η σχετική υγρασία, η κίνηση και η ποιότητα του αέρα. Η θερμική άνεση προσαρμόζεται, καθώς οι άνθρωποι αντιδρούν με διάφορους τρόπους ώστε να αποκαταστήσουν την άνεσή τους σε καταστάσεις δυσφορίας, έτσι ώστε η απώλεια θερμότητας του σώματος να είναι ίση με τη θερμότητα που παράγει το σώμα εξαιτίας του μεταβολισμού (Santamouris, 2003). Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούν τις επιλογές που είναι διαθέσιμες προκειμένου να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον κατάλληλο για τις ανάγκες τους. Όσον αφορά τα κτίρια, η πρόσβαση και η δυνατότητα ελέγχου επιλογών όπως τα ανοίγματα, τα σκίαστρα καθώς και τα υπόλοιπα συστήματα είναι βασικός παράγοντας για την επίτευξη θερμικής άνεσης των χρηστών. Οι δυνατότητες προσαρμογής των συνθηκών θερμικής άνεσης συμβάλλει στην αύξηση της ζώνης άνεσης και στην ελαχιστοποίηση της περιόδου στρες (Baker και Steemers, 2000). Συνεπώς, ο κατάλληλος σχεδιασμός του κτιρίου είναι σε θέση να διαμορφώση και να επηρεάσει τη ζώνη θερμικής άνεσης.

Εικόνα. Το εύρος της ζώνης θερμικής άνεσης επεκτείνεται εφόσον είναι διαθέσιμες δυνατότητες προσαρμογής της θερμικής άνεσης από χρήστες

Η θερμική άνεση, εκτός από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, εξαρτάται και επηρεάζεται από παράγοντες που αφορούν το υπάρχων κλιματολογικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό υπόβαθρο. Επιπλέον, σε κτίρια τα οποία δεν ψύχονται ή θερμαίνονται μηχανικά, τα επιθυμητά επίπεδα θερμικής άνεσης των χρηστών έχουν σαφή σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στο εξωτερικό περιβάλλον, όντας περισσότερο ευέλικτα και προσαρμόσιμα. Αντίθετα, στο εσωτερικό κτιρίων που χρησιμοποιείται μηχανική θέρμανση και ψύξη τα επιθυμητά επίπεδα θερμικής άνεσης τείνουν να συμπίπτουν με τη λειτουργική θερμοκρασία, θερμοκρασία θερμοστάτη, ενώ ακόμα και μικρές αποκλίσεις από τη συγκεκριμένη θερμοκρασία συχνά προκαλούν δυσφορία (Nicol et al, 2012).

Οι δυνατότητες για την προσαρμογή της θερμικής άνεσης κατηγοριοποιούνται σε φυσική, φυσιολογική και ψυχολογική (Nikolopoulou and Steemers, 2003). Ως φυσικές χαρακτηρίζονται οι προσαρμογές που αφορούν τη συμπεριφορά των χρηστών για την αλλαγή του μεταβολικού τους ρυθμού όπως η εναλλαγή ρούχων, η αλλαγή θέσης, η κατανάλωση δροσερών ή ζεστών ροφημάτων καθώς και αλλαγές που σχετίζονται με την αξιοποίηση των συστημάτων των κτιρίων όπως το άνοιγμα ή κλείσιμο των παραθύρων, η χρήση σκιάστρων και η λειτουργία ή μη της μηχανικής θέρμανσης ή ψύξης. Η φυσιολογική προσαρμογή αφορά τους διάφορους μηχανισμούς του ανθρώπινου σώματος που συμβάλλουν στη διατήρηση της θερμοκρασίας του σε σταθερά επίπεδα. Η συστολή και διαστολή των αιμοφόρων αγγείων καθορίζει τη ροή του αίματος και συνεπώς τη θερμοκρασία του δέρματος και την απαγωγή της θερμότητας, προσαρμόζοντας με αυτόν τον τρόπο τα επίπεδα θερμικής άνεσης. Τέλος, η ψυχολογική προσαρμογή είναι ο τρόπος που ο κάθε χρήστης αντιδρά ανάλογα με την προγενέστερη εμπειρία που έχει σε αντίστοιχες καταστάσεις, τα προσδοκώμενα επίπεδα θερμικής άνεσης, το χρόνο έκθεσης σε καταστάσεις δυσφορίας και η ικανότητα ελέγχου τους.


(1) Baker, N., K. Steemers (2000). Energy and environment in architecture. A technical design guide. London: Spon Press
(2) Santamouris, M. (2003). Solar thermal technologies for buildings. The state of the art. London: James & James
(3) Nicol, F. et al (2012. Adaptive thermal comfort. Principles and practice. London: Routledge
(4) Nikolopoulou, M., K. Steemers (2003). Thermal comfort and psychological adaptation as a guide for designing urban spaces. Energy and Buildings 35, pp. 95-101. Elsevier

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου