INGOLSTADT [ΓΕΡΜΑΝΙΑ]

Στην πόλη Ingolstadt της Γερμανίας ο πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά 25% την τελευταία εικοσαετία. Η βασική υπεύθυνη για αυτό είναι η αυτοκινητοβιομηχανία που βρίσκεται στην περιοχή, ενώ, για τον ίδιο λόγο, το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων είναι εργαζόμενοι με οικογένειες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, λοιπόν, όπου άρχισε η ανάπτυξη στη νεότερη συνοικία της πόλης, στο Hollerstauden, υπήρξε μια οικολογική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό. Το ίδιο ισχύει και για τη συγκεκριμένη κοινότητα με τα 142 διαμερίσματα, η οποία χαρακτηρίζεται από τον αειφορικό της σχεδιασμό. Βασικός στόχος του πελάτη ήταν η παροχή προσιτών κατοικιών για τις λιγότερο προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, ταυτόχρονα με την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα η κοινότητα να καταναλώνει μόλις το 1/3 της ενέργειας σε σχέση με το πρότυπο κτίριο αναφοράς που προβλέπει ο γερμανικός θεσμός για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας.


Η κοινότητα σχεδιάστηκε από τους τρείς πρώτους νικητές ενός διαγωνισμού με τον Buero Bogevischs, που κέρδισε το πρώτο βραβείο, να αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της με την κατασκευή 81 διαμερισμάτων. Παρόλα αυτά, όλα τα κτίρια έχουν κοινή σχεδιαστική λογική για την παροχή ενέργειας, η οποία βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην εκμετάλλευση της ηλιακής ακτινοβολίας [περισσότερο από 50%] για τη θέρμανση των εσωτερικών χώρων και την παροχή ζεστού νερού χρήσης. Οι υπόλοιπες ανάγκες θέρμανσης καλύπτονται από το δημοτικό δίκτυο τηλεθέρμανσης.

Το συγκεκριμένο συγκρότημα διαμερισμάτων αποτελεί το πρώτο έργο του πιλοτικού προγράμματος e%, που ξεκίνησε το 2007 στο κρατίδιο της Βαυαρίας. Με βάση τις αρχές του προγράμματος 10 έργα με φιλόδοξους ενεργειακούς στόχους, συμπεριλαμβανομένων τόσο νέων κτιρίων, όσο και ανακατασκευή παλαιότερων, θα χρηματοδοτούνταν εν μέρη και θα παρακολουθούνται συστηματικά από το πρόγραμμα για επιστημονικούς λόγους. Για την ένταξή τους στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, θα έπρεπε, συνεπώς, να καταναλώνουν τουλάχιστον 40% λιγότερη ενέργεια σε σχέση με το πρότυπο κτίριο αναφοράς. Παράλληλα, το κόστος αγοράς τους δε θα έπρεπε να υπερβαίνει περισσότερο από 10% τα ανώτατα όρια της περιοχής [1.540€/τ.μ.]. Σε αυτό το πόσο δεν υπολογίζεται το κόστος για τον υπόγειο χώρο στάθμευσης.


Όσον αφορά το σχεδιαστικό μέρος, το συγκεκριμένο συγκρότημα κατοικιών είναι αρκετά πιο πυκνοδομημένο σε σχέση με τον περιβάλλον αστικό χώρο. Για το λόγο αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η διαφοροποίηση του σχεδιασμού του με σκοπό την ύπαρξη των αναγκαίων δημόσιων και ελεύθερων χώρων. Οι δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι εναλλάσσονται ανάμεσα στις βεράντες των κατοικιών, με τους ιδιωτικούς χώρους να υψώνονται από το επίπεδο του εδάφους έτσι ώστε να μοιάζουν με αναχώματα στο περιβάλλον τοπίο. Όγκοι σκυροδέματος μισοβυθισμένοι στο έδαφος χρησιμοποιούνται ως χώροι στάθμευσης στο επίπεδο του υπογείου, ενώ οι φυτεμένες οροφές τους ως κήποι για τα διαμερίσματα του ισογείου. Ταυτόχρονα, οι επίπεδες οροφές και η τοιχοποιία από γκρι πλάκες σκυροδέματος δημιουργούν μία καθαρή αντίθεση σε σχέση με το καφέ ανάγλυφο του εδάφους. Τα στοιχεία της οροφής χαρακτηρίζονται ως 'ενεργειακά ράφια' καθώς πάνω σε αυτά τοποθετούνται οι ηλιακοί συλλέκτες και το σύστημα εξαερισμού των διαμερισμάτων. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα μπαλκόνια μέσω των οποίων γίνεται η πρόσβαση στα διαμερίσματα και στα οποία υπάρχουν οι σκάλες που οδηγούν στους διαφορετικούς ορόφους. Η κατάλληλη σχεδίαση και το μεγάλο τους πλάτος διευκολύνει την συνάντηση των κατοίκων συμβάλλοντας στην κοινωνικοποίησή τους και στην ανάπτυξη δεσμών μεταξύ τους.



Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στους τοίχους και τα δάπεδα των διώροφων και τριώροφων κτιρίων αποτελούνται κατά κύριο λόγο από ξύλινες φέρουσες πλάκες. Ο ξύλινος σκελετός, ο οποίος τις περισσότερες φορές δεν είναι εμφανής, χρησιμεύει για τη στήριξη του επιπρόσθετου βάρους των ηλιακών θερμικών συλλεκτών της οροφής. Οι προεξοχές των δαπέδων δημιουργούν τα μπαλκόνια με τους φυτεμένες κήπους στην άνω πλευρά των οποίων τοποθετείται θερμομόνωση με σκοπό να ελαχιστοποιούνται οι απώλειες θερμότητας από την ύπαρξη θερμογεφυρών. Αντιθέτως, τα προσβάσιμα μπαλκόνια είναι κατασκευασμένα από σκυρόδεμα, για λόγους πυροπροστασίας και διαχωρίζονται θερμικά από τους εσωτερικούς χώρους των κατοικιών. Θερμικά διαχωρισμένοι από τους βασικούς χώρους των κατοικιών είναι, επίσης, και οι υπόγειοι χώροι στάθμευσης, οι οποίοι είναι και αυτοί κατασκευασμένοι από σκυρόδεμα και αποτελούν μη θερμαινόμενες ζώνες. Για να επιτευχθεί η θερμική απομόνωση των δύο χώρων, υπάρχουν μεταξύ τους δύο πλάκες με θερμομόνωση στο ενδιάμεσο.


Η εξωτερική τοιχοποιία αποτελείται από ξύλινες πλάκες πάχους 9 εκατοστών, οι οποίες είναι προκατασκευασμένες περιέχοντας, παράλληλα, και τα ανοίγματα. Σε συνδυασμό με την εξωτερική θερμομόνωση και τη γυψοσανίδα που χρησιμοποιείται για πυρασφάλεια το συνολικό πλάτος του τοίχου φθάνει τα 24 εκατοστά επιτυγχάνοντας U-value=0,15 W/m²K. Ωστόσο, για να δημιουργία ενός πολύ καλά θερμομονωμένου κελύφους οι οροφές της κατασκευής έχουν U-value=0,17 W/m²K, ενώ τα ανοίγματα έχουν U-value=1.0-1.1 W/m²K. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση των απωλειών θερμότητας περιορίζοντας τις ανάγκες θέρμανσης στις μόλις 22,5 kWh/τ.μ. ετησίως.



Η προοπτική να πραγματοποιείται η θέρμανση του κτιρίου μέσω ηλιακών θερμικών συλλεκτών απαιτούσε την εκτεταμένη χρήση τους, την ελαχιστοποίηση των αναγκών για θέρμανση καθώς και μεγάλη ικανότητα αποθήκευσης της θερμότητας. Για τη μείωση των θερμικών απωλειών κατά τον αερισμό των εσωτερικών χώρων χρησιμοποιείται ένα κεντρικό σύστημα αερισμού με ανάκτηση θερμότητας. Οι πολύ καλά θερμομονωμένοι αεραγωγοί καταλήγουν κοντά στο μπάνιο της κάθε κατοικίας και από εκεί μπορεί να ρυθμιστεί η ένταση τους, ενώ, διοχετεύονται και στα υπόλοιπα δωμάτια των διαμερισμάτων. Στη συνέχεια ο αέρας εξέρχεται από τις κουζίνες και στα μπάνια πάλι προς το κεντρικό σύστημα εξαερισμού.

Οι ετήσιες ανάγκες για τη θέρμανση της κατασκευής ανέρχονται σε περίπου 241 MWh, ενώ, για το ζεστό νερό χρήσης σε περίπου 211 MWh. Τα 862 τ.μ. ηλιακών θερμικών συλλεκτών στις οροφές των κτιρίων καλύπτουν περίπου το 57% αυτών των αναγκών. Το υπόλοιπο ποσοστό καλύπτεται από το δίκτυο τηλεθέρμανσης της περιοχής. Για να επιτευχθεί το μέγιστο ποσοστό κάλυψης 2 μη προσβάσιμα δοχεία χωρητικότητας 273 κ.μ. νερού ενσωματώνονται στο εσωτερικό της κατασκευής και εκτείνονται από το υπόγειο μέχρι τον τελευταίο όροφο. Τα δωμάτια στα οποία είναι εγκατεστημένα περιβάλλονται από πολύ καλή θερμομόνωση. Η θερμότητα από τους ηλιακούς συλλέκτες αλλά και το δίκτυο τηλεθέρμανσης τροφοδοτεί τα συγκεκριμένα δοχεία πετυχαίνοντας θερμική διαστρωμάτωση που κυμαίνεται μεταξύ 30-70°C. Η κεντρική μονάδα θέρμανσης τροφοδοτείται με νερό από τα δύο δοχεία το οποίο έχει θερμοκρασία περίπου 60°C το οποίο και μεταφέρει στα σώματα καλοριφέρ που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση των εσωτερικών. Τέλος το νερό που επιστρέφεται στο δοχείο έχει θερμοκρασία περίπου 30°C, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο την απόδοση των ηλιακών συλλεκτών και του συστήματος.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου