ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΝΤΑΡΜΣΤΑΤ

Το Μανιφέστο του Darmstadt που αφορά την εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας στη Γερμανία και υπογράφτηκε από εκατοντάδες πανεπιστημιακούς και συγγραφείς [1], παρουσιάστηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1998 από την ομάδα πρωτοβουλίας για τη σύνταξή του. Το Μανιφέστο απαιτούσε την ανάκληση όλων των άμεσων και έμμεσων επιδοτήσεων στην αιολική ενέργεια, με σκοπό να μπει ένα τέλος στην, αλόγιστη και χωρίς μέτρο, εκμετάλλευση της. Υποστηρίζει ότι η εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας προάγει έναν τύπο τεχνολογίας ελάχιστα σημαντικό για την παραγωγή ενέργειας, την εξοικονόμηση πόρων και την προστασία του περιβάλλοντος. Τα κεφάλαια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πολύ αποδοτικότερα για τη βελτίωση της απόδοσης των σταθμών παραγωγής, για τη διασφάλιση αποτελεσματικής κατανάλωσης ενέργειας και για τη χρηματοδότηση επιστημονικής έρευνας θεμελιωδών αρχών στον τομέα της ενέργειας.  

Πολλοί πολίτες ανησυχούν βλέποντας τη σταδιακή καταστροφή που προκαλείται από τον, ολοένα αυξανόμενο, αριθμό αιολικών πάρκων. Αυτή η καταστροφή επηρεάζει τόσο το τοπίο, όσο και τις πόλεις και τα χωριά με τις περιβάλλουσες περιοχές, των οποίων η χαρακτηριστική εμφάνιση αντανακλά την εξέλιξή τους μέσα στην ιστορία του πολιτισμού. Το Μανιφέστο του Darmstadt απευθύνεται, ιδιαίτερα, σε πολιτικούς, εκείνους που ενδιαφέρονται για την πολιτιστική μας ευημερία, τις περιβαλλοντικές οργανώσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.


Το μανιφέστο του Darmstadt για την εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας στη Γερμανία
''Η χώρα μας βρίσκεται στο σημείο να χάνει έναν πολύτιμο πόρο. Η επέκταση της βιομηχανικής εκμετάλλευσης της αιολικής ενέργειας έχει αναπτυχθεί τόσα δυναμικά σε λίγα μόνο χρόνια, ώστε υπάρχει ήδη σημαντικός λόγος ανησυχίας. Προωθείται ένας τύπος τεχνολογίας προτού εκτιμηθούν, επαρκώς, η αποτελεσματικότητα και οι συνέπειές της. Έχει επιτραπεί η βιομηχανική μεταμόρφωση πολιτιστικών τοπίων, που εξελίχθηκαν μέσω αιώνων, ή και ολόκληρων περιοχών. Οικολογικά και οικονομικά άχρηστες ανεμογεννήτριες, μερικές από τις οποίες στέκουν σε ύψος 120 μέτρων και είναι ορατές από πολλά χιλιόμετρα μακριά, δεν καταστρέφουν μόνο το χαρακτηριστικό τοπίο της πολύτιμης εξοχής μας και των περιοχών διακοπών, αλλά επηρεάζουν εξίσου ριζικά την ιστορική όψη των πόλεων και των χωριών μας που μέχρι πρόσφατα είχαν τις εκκλησίες, τα παλάτια και τα κάστρα τους, ως εξέχοντα χαρακτηριστικά που διαμόρφωναν τον χαρακτήρα τους μέσα σε ένα πυκνοκατοικημένο τοπίο. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναγκάζονται να ζουν υπερβολικά κοντά σε μηχανές καταπιεστικών διαστάσεων. Νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου φυσικά τοπία κατακερματίζονται σε τραγικά απομεινάρια. Η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 έκανε όλους να συνειδητοποιήσουν πολύ καλά τη μεγάλη εξάρτηση των βιομηχανιών κοινωνιών από μία εγγυημένη πηγή ενέργειας. Για πρώτη φορά, το ευρύ κοινό συνειδητοποίησε το γεγονός ότι τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων της γης είναι περιορισμένα και θα μπορούσαν να εξαντληθούν στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, αν συνεχιζόταν η χωρίς περιορισμούς κατανάλωση. Επιπροσθέτως, αναγνωρίστηκε η ζημιά που προκαλείται στο περιβάλλον από την παραγωγή και την κατανάλωση ενέργειας. Η απώλεια δέντρων λόγω μόλυνσης, το ατύχημα του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσερνομπίλ, η ολοένα και αυξανόμενη συσσώρευση πυρηνικών αποβλήτων, οι κίνδυνοι μιας κλιματικής καταστροφής ως αποτέλεσμα των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, έχουν όλα καθιερωθεί στη συνείδηση του κοινού ως παραδείγματα της αυξανόμενης πιθανής απειλής.

Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα της πληθυσμιακής αύξησης και πάνω από όλα το συνεπακόλουθο φαινόμενο της αυξανόμενης χρήσης της γης και κατανάλωσης των αποθεμάτων πόσιμου νερού, βρίσκεται στο περιθώριο. Εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν τυγχάνει πολιτικής αντιμετώπισης. Αντιθέτως, το δημόσιο ενδιαφέρον περιορίζεται ακόμη περισσότερο, εστιάζοντας λιγότερο στην κατανάλωση ενέργειας και συγκεντρώνοντας τους φόβους και την κριτική του, κατά κύριο λόγο, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αναμφίβολα υφίστανται πυρηνικοί κίνδυνοι. Ωστόσο, η ηλεκτρική ενέργεια παίζει έναν, μάλλον, μικρό ρόλο στο ισοζύγιο των πηγών ενέργειας. Στη Γερμανία τα 3/4 της ενέργειας που καταναλώνεται προέρχεται από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Αλλά, αυτές οι πηγές ενέργειας θα εξαντληθούν γρηγορότερα. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον για τις μελλοντικές γενιές, τότε η άμεση, αποφασιστική δράση για την προστασία των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου θα ήταν επιτακτική. Αντιθέτως, η κατανάλωση πετρελαίου παραμένει ίδια, και η ενοχή ότι δεν αφήνουμε τίποτα στα δισέγγονά μας εξαλείφεται με την ασαφή υπόθεση ότι μια μέρα θα υπάρξουν υποκατάστατα των ορυκτών καυσίμων. Από την άλλη πλευρά, ο άνθρακας και ο λιγνίτης που είναι οι βασικές πηγές ηλεκτρικής ενέργειας είναι διαθέσιμα σε τέτοια αφθονία παγκοσμίως, και σε πολλές περιπτώσεις σε αποθέματα που παραμένουν ως τώρα ανεκμετάλλευτα, που η ηλεκτροπαραγωγή είναι εγγυημένη, ακόμη και με αυξανόμενη κατανάλωση για αιώνες, πιθανώς και για μια περίοδο μεγαλύτερη από χίλια χρόνια. Όσον αφορά την εξάντληση της ενέργειας που προέρχεται από τα ορυκτά καύσιμα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αξιοποιώντας τον άνεμο παρακάμπτει το πρόβλημα.

Παρόλο που η Γερμανία ηγείται των εξελίξεων στη χρήση της αιολικής ενέργειας, δεν κατάφερε να υποκαταστήσει μέχρι σήμερα ούτε ένα, πυρηνικό ή κινούμενο από άνθρακα, σταθμό παραγωγής ενέργειας. Ακόμη και αν η Γερμανία συνεχίσει την ανάπτυξη προς αυτή την κατεύθυνση, δεν θα είναι δυνατόν να το καταφέρει ούτε στο μέλλον. Ο ηλεκτρισμός που παράγεται από την αιολική ενέργεια δεν είναι σταθερός, διότι εξαρτάται από μετεωρολογικές συνθήκες. Ωστόσο, η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος πρέπει να ευθυγραμμίζεται με την κατανάλωση όλες τις ώρες. Γι' αυτό το λόγο, η αιολική ενέργεια δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σε σημαντικό βαθμό, ως υποκατάστατο των δυνατοτήτων των συμβατικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

Επίσης, ανεπαρκής σημασία δίνεται στα επίπεδα των ρύπων. Ενώ, μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν, κυρίως, οι εκπομπές διοξειδίου του θείου από τους σταθμούς που χρησιμοποιούσαν άνθρακα που, λόγω ανεπαρκούς φιλτραρίσματος, προκαλούσαν προβλήματα, τώρα είναι, κυρίως, η κίνηση στους δρόμους που μολύνει τα δασικά οικοσυστήματα με οξείδια και υποξείδιο του αζώτου. Επιπρόσθετα, η απόδοση των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας βελτιώνεται με την τεχνολογική πρόοδο και έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του επιπέδου των εκλυόμενων ρύπων ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας. Το ίδιο ισχύει και για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, με αποτέλεσμα η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία να ευθύνεται σήμερα μόνο για το 1/5 από τα αέρια του θερμοκηπίου που εκλύονται.

Η ενεργειακή δυνατότητα του ανέμου είναι σχετικά μικρή. Σύγχρονες ανεμογεννήτριες με επιφάνεια έλικας μεγέθους ενός γηπέδου ποδοσφαίρου παράγουν μόνο ένα μικρό ποσοστό σε σχέση με την ενέργεια που παράγεται από συμβατικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Έτσι, με περισσότερες από πέντε χιλιάδες ανεμογεννήτριες στη Γερμανία παράγεται λιγότερο από 1% της απαιτούμενης ηλεκτρικής ενέργειας ή ελάχιστα περισσότερο από 0,1% της συνολικά παραγόμενης ενέργειας. Τα μεγέθη των ρύπων είναι παρόμοια για τον ίδιο λόγο. Η συνεισφορά από τη χρήση της αιολικής ενέργειας στην αποφυγή των αερίων του θερμοκηπίου είναι 0,1-0,2%. Η αιολική ενέργεια λοιπόν δεν παίζει κανένα σημαντικό ρόλο στις στατιστικές που αφορούν τόσο την ενέργεια, όσο και τους ρύπους ή τα αέρια του θερμοκηπίου.

Ταυτόχρονα, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη πάντα συνοδεύεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από αυξανόμενη απαίτηση για ενέργεια, παρ’ όλες τις προσπάθειες που γίνονται, μέσω της τεχνολογίας, για μεγαλύτερη αποδοτικότητα στη μετατροπή και την κατανάλωση ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι, επειδή συνεισφέρει ελάχιστα στις στατιστικές, η αιολική ενέργεια αγωνίζεται σε έναν αγώνα εκ των προτέρων χαμένο, εφόσον το οικονομικό σύστημα είναι προσανατολισμένο στην ανάπτυξη.

Προς το παρόν, η συνολική ενεργειακή κατανάλωση στη Γερμανία μεγαλώνει περίπου 70 φορές [!] γρηγορότερα από τη δυνατότητα παραγωγής αιολικής ενέργειας.

Οι αρνητικές επιπτώσεις της αιολικής ενέργειας είναι υποτιμημένες, σε αντίθεση με την συνεισφορά της στις στατιστικές που είναι υπερτιμημένη.

Η πτώση των τιμών των ακινήτων αντικατοπτρίζει την επιδείνωση στην ποιότητα ζωής, όχι μόνο σε περιοχές κοντά σε ανεμογεννήτριες, αλλά ακόμη και σε ολόκληρο το Schleswig-Holstein. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι περιγράφουν τη ζωή τους ως ανυπόφορη, όντας εκτεθειμένοι στις ακουστικές και οπτικές συνέπειες των αιολικών πάρκων. Αναφέρονται περιπτώσεις ατόμων που δηλώνουν ασθένεια και ανικανότητα για εργασία, αυξάνεται ο αριθμός παραπόνων για συμπτώματα όπως αρρυθμίες και άγχος, που είναι γνωστά σαν αποτελέσματα των υπόηχων [ήχοι συχνοτήτων κάτω από το φυσιολογικό όριο ακουστικής αντίληψης]. Ο κόσμος των ζώων επίσης υποφέρει από αυτή τη τεχνολογία. Στις ακτές της Βόρειας και της Βαλτικής Θάλασσας, πουλιά αναγκάζονται να απομακρυνθούν από τις περιοχές που αναπαράγονται, κουρνιάζουν και τρέφονται. Τέτοιου είδους φαινόμενα παρατηρούνται, επίσης, όλο και περισσότερο και στην ενδοχώρα. Από την πλευρά της εθνικής οικονομίας η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας απέχει πολύ από το να είναι η 'μεγάλη επιτυχία', όπως συχνά ισχυρίζεται πως είναι. Αντιθέτως, ασκεί πίεση στην οικονομία, καθώς δεν είναι ακόμη κερδοφόρα εξαιτίας της χαμηλής ενεργειακής απόδοσης από τη μία πλευρά και του υψηλού κόστους επένδυσης από την άλλη. Επιπλέον, σαν αποτέλεσμα του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια επενδύονται σε μεγάλη κλίμακα, κεφάλαια δεν αξιοποιούνται για σημαντικά μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας, και επίσης περιορίζουν την αγοραστική δύναμη. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε απώλεια θέσεων εργασίας σε άλλες περιοχές.
Ο μόνος τρόπος για να συνειδητοποιήσουν οι επενδυτές τα ιδιαίτερα υψηλά κέρδη τους είναι μέσω της τιμής της παραγόμενης από τον άνεμο ηλεκτρικής ενέργειας που καθορίζεται από το νόμο και ξεπερνά αρκετά την πραγματική τιμή της αγοράς, και από τις αυξημένες φορολογικές ελαφρύνσεις που έχουν.

Για περισσότερα από είκοσι χρόνια οι Γερμανοί πολιτικοί πιέζονται ώστε να αντιδράσουν σε προβλήματα που αφορούν το περιβάλλον και να λαμβάνουν μέτρα προφύλαξης Έτσι, έφτασαν στο σημείο να υποστηρίζουν σήμερα μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για την αιολική ενέργεια. Αυτό, επέτρεψε στην αιολική ενέργεια να καθιερωθεί στην κοινή γνώμη ως μία γενική λύση που υποτίθεται ότι συνεισφέρει αποφασιστικά για ένα καθαρό περιβάλλον και αποτελεί μια εγγυημένη πηγή ενέργειας για το μέλλον, ικανή να αποτρέψει την κλιματική καταστροφή και τους πυρηνικούς κινδύνους. Αυτή η λανθασμένη εικόνα δημιουργεί ελπίδες και οδηγεί στην αποδοχή της χρήσης της αιολικής ενέργειας, η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι δε ζητάει κανείς από τους πολίτες να κάνουν οικονομία στην κατανάλωση.

Οι αρνητικές επιπτώσεις της βιομηχανίας της αιολικής ενέργειας στην πυκνοκατοικημένη μας χώρα αποσιωπούνται, η επιστημονική γνώση αγνοείται και η κριτική στην αιολική ενέργεια θεωρείται ταμπού. Από αυτές τις πολιτικές και κοινωνικές τάσεις λίγοι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να ξεφύγουν. Έπειτα από δεκαετίες αποφασιστικών αγώνων για τη διατήρηση της υπαίθρου μας η πλειοψηφία των μεγάλων οργανώσεων για την προστασία της φύσης παραμένει σήμερα απλώς παρατηρητής της καταστροφής της.

Μαζί με τις ομάδες των απερίσκεπτων καιροσκόπων, μια πολιτική με γνώμονα τη βραχυπρόθεσμη επιτυχία κατάφερε να ανοίξει το δρόμο με τον ακόλουθο τρόπο: με τις τροποποιήσεις της χωροταξικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την προστασία της φύσης, η ύπαιθρός μας μένει, σχεδόν, απροστάτευτη απέναντι στην εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας, και έτσι αφήνεται στο έλεος της υλικής εκμετάλλευσης από τους επενδυτές. Ταυτόχρονα, άνθρωποι που εκτίθενται άμεσα σε αυτή την, εχθρική για τον άνθρωπο, τεχνολογία, έχουν στερηθεί σε μεγάλο βαθμό του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός τους να εκφέρουν άποψη για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν.

Αφού, όλες οι προσπάθειες επιρροής όσων έχουν πολιτικές ευθύνες ήταν χωρίς επιτυχία, οι υπογράφοντες του παρόντος μανιφέστου δεν βλέπουν άλλη λύση από το να κοινοποιήσουν τις ανησυχίες τους. Εν όψει του σοβαρού κινδύνου που απειλεί την ύπαιθρό μας, η οποία αντανακλά την ιστορική μας εξέλιξη και είναι το θεμέλιο της πολιτιστικής μας ταυτότητας, κάνουμε έκκληση για το σταμάτημα της επέκτασης της εκμετάλλευσης της αιολικής ενέργειας που είναι ανώφελη και από οικολογική και από οικονομική σκοπιά.

Συγκεκριμένα, απαιτούμε την ανάκληση όλων των άμεσων και έμμεσων επιδοτήσεων σε αυτή την τεχνολογία. Αντίθετα, το δημόσιο χρήμα θα πρέπει να διατίθεται στην έρευνα για την εξέλιξη αποτελεσματικότερης τεχνολογίας και στον τομέας της έρευνας που είναι πιθανόν να προσφέρει πραγματικές λύσεις στα προβλήματα της παραγωγής ενέργειας με τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον και με μεγάλη διάρκεια.

Διατυπώνουμε μια επείγουσα προειδοποίηση ενάντια στην άκριτη προώθηση μιας τεχνολογίας που μακροπρόθεσμα θα έχει εκτεταμένες και σοβαρές επιπτώσεις στη σχέση ανθρώπου και φύσης. Ανησυχούμε ιδιαίτερα για μια αλλαγή συμπεριφοράς, που είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή καθώς εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς, και που μας δίνει όλο και μικρότερη δυνατότητα να αντιληφθούμε πόσο σημαντικό είναι για τον άνθρωπο να ζει σε ένα περιβάλλον που να χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο από τη φύση.''

1 Σεπτεμβρίου 1998, Ντάρμστατ, Γερμανία




Συμπεράσματα - Προτάσεις
- Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αποτελούν πάντοτε λύση στο ενεργειακό πρόβλημα καθώς προσφέρουν, πολλές φορές, μόνο μία μικρή επικουρικότητα. Επιπλέον, με τον τρόπο που, τις περισσότερες φορές, προωθούνται θα καταστούν πρόξενοι περιβαλλοντικής υποβάθμισης και παραχώρησης σημαντικών δημόσιων εκτάσεων σε ξένους διαχειριστές. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ευπρόσδεκτες σε μικρή τοπική κλίμακα ενεργειακής υποστήριξης κατοικιών, μικρών οικιστικών συγκροτημάτων ή απόμακρων και εκτός δικτύου λειτουργιών.
- Ο λιγνίτης είναι εθνικός πλούτος και πολύ φθηνή πηγή ενέργειας. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η εισαγωγή απορρυπαντικών τεχνολογιών στην εκμετάλλευση του λιγνίτη και, κυρίως, των τεχνικών σύγκαυσης, με σκοπό τη μείωση των μικροσωματιδιακών εκπομπών. Υπάρχει ανάγκη για περιβαλλοντική βελτίωση και όχι για απαξίωση εθνικού κεκτημένου.
- Έμφαση στο βιοκλιματικό σχεδιασμό. Αναμόρφωση του ΚΕΝΑΚ ώστε η βιοκλιματική κατεύθυνση να καταστεί κυρίαρχο πνεύμα στον κανονισμό. Είναι προτιμότερη η προώθηση φορολογικών και τραπεζικών κινήτρων αντί για την αλόγιστη εισαγωγή από το εξωτερικό τεχνολογιών των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
- Μείωση των μετακινήσεων και ειδικά των αεροπορικών. Αποθάρρυνση της χρήσης του ιδιωτικού αυτοκινήτου, βελτίωση των δημόσιων μεταφορικών μέσων και αναβάθμιση του σιδηροδρόμου. Αναβίωση της χρήσης του ποδηλάτου, ειδικά στις μικρές πόλεις.
- Αναζωογόνηση συνολικά του πρωτογενούς τομέα της υπαίθρου. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής θέσης και κλίματος έχει τη δυνατότητα να παράγει σχεδόν τα πάντα και να είναι, διατροφικά τουλάχιστον, αυτοδύναμη. Συνειδητοποίηση και εκμετάλλευση του συγκριτικού αυτού πλεονεκτήματος. Προώθηση, όπου είναι δυνατό, της ιδιωτική; παραγωγής τροφίμων, όπως λαχανικά και φρούτα.
- Ενίσχυση της τοπικής παραγωγής και των κοινωνικών δράσεων. Αποφυγή εισαγόμενων προϊόντων, στο μέτρο του δυνατού. Ενθάρρυνση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής, σε επίπεδο μικρών εργοστασίων και βιοτεχνιών. Άρση της αποβιομηχάνισης που μας επιβλήθηκε με την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προώθηση της επισκευής και επαναχρησιμοποίησης υλικών και μηχανών. Χωρίς αντικαταναλωτική νοοτροπία, κάθε παρακίνηση για οικονομία στην ενέργεια δεν έχει νόημα.




[1] Περισσότεροι από 100 πανεπιστημιακοί καθηγητές υπέγραψαν το συγκεκριμένο Μανιφέστο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου