ΚΤΙΡΙΑ ΜΗΔΕΝΙΚΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ | ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Η επίτευξη μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου έχει τη δυνατότητα να επιτευχθεί σε διαφορετικούς τομείς, εξαρτώμενη κάθε φορά από τους στόχους που έχουν τεθεί κατά τη διαδικασία του σχεδιασμού και της κατασκευής. Μηδενικό ισοζύγιο μπορεί να πραγματοποιηθεί στην πρωτογενή και δευτερογενή κατανάλωση ενέργειας, στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και στο χρηματικό κόστος. Πέρα όμως από τις βασικές αυτές κατηγορίες, υπάρχουν και μερικές ακόμα οι οποίες στοχεύουν στην αντιμετώπιση πιο συγκεκριμένων ζητημάτων. Τέτοια ζητήματα αφορούν τη χρονική περίοδο διατήρησης του ισοζυγίου, την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών και τις απαιτήσεις του κτιρίου για ενέργεια.

Η χρονική περίοδος κατά την οποία το κτίριο επιτυγχάνει μηδενικό ισοζύγιο μπορεί να διαφέρει κατά πολύ, για το λόγο αυτό αποτελεί ξεχωριστή προσέγγιση. Συνήθως αναφερόμαστε σε ετήσια ισορροπία, ωστόσο δεν αποκλείεται ανάλογα με τη χρήση της κατασκευής να κυμαίνεται από αρκετά χρόνια ως εποχιακή ή μηνιαία. Για παράδειγμα, κατά το σχεδιασμό ενός σχολικού συγκροτήματος δε μας ενδιαφέρει η ενεργειακή του συμπεριφορά κατά την περίοδο του καλοκαιριού, εφόσον παραμένει εκτός λειτουργία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντίστοιχα, στο σχεδιασμό παραθαλάσσιων κατοικιών για την τουριστική περίοδο του καλοκαιριού, θα έπρεπε να δοθεί έμφαση στην επίτευξη ενεργειακής ισορροπίας για τη συγκεκριμένη περίοδο. Ωστόσο, ο υπολογισμός του ενεργειακού ισοζυγίου της κατασκευής καθόλη τη διάρκεια της ζωής της είναι ο πιο αποτελεσματικός και αξιόπιστος τρόπος σύγκρισης και προσέγγισης, καθώς μπορεί να συνυπολογιστεί η εμπεριεχόμενη ενέργεια της κατασκευής, από την κατασκευή της μέχρι την κατεδάφιση της.

Η ενέργεια που δαπανάται για τη λειτουργία της κατασκευής θα πρέπει να περιλαμβάνει τις ανάγκες θέρμανσης, ψύξης, διατήρησης των επιπέδων υγρασίας, αερισμού, ζεστού νερού και τεχνητού φωτισμού. Οι πρώτες προσπάθειες κατασκευής κτιρίων μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου, μέχρι τη δεκαετία του 80, στόχευαν κατά κύριο λόγο στην επίτευξη μηδενικών αναγκών για τη θέρμανση των εσωτερικών χώρων ή την παροχή ζεστού νερού για οικιακή χρήση. Στη συνέχεια άρχισαν να περιλαμβάνουν και τις ανάγκες για ψύξη αλλά και την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ τελευταία γίνονται προσπάθειες να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό του ενεργειακού ισοζυγίου και η εμπεριεχόμενη ενέργεια της κατασκευής.

Οι απαιτήσεις του κτιρίου για ενέργεια που υπάρχουν κάθε φορά επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα των κτιρίων μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου. Οι απαιτήσεις εξαρτώνται από την ενεργειακή αποδοτικότητα της κατασκευής, τις εσωτερικές συνθήκες που θέλουμε να πετύχουμε και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ της κατασκευής και του δικτύου. Τα κτίρια μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου οφείλουν να είναι πρωτίστως κατασκευές με χαμηλή κατανάλωση ενέργειας εξαιτίας του κατάλληλου σχεδιασμού τους και της εφαρμογής των απαιτούμενων συστημάτων. Η ενεργειακή αποδοτικότητα της κατασκευής αποτελεί τον πρωτεύοντα στόχο του σχεδιασμού και έπεται η εκμετάλλευση ανανεώσιμων μορφών ενέργειας. Οι εσωτερικές συνθήκες θα πρέπει με τη σειρά τους να διέπονται από κάποιες βασικές αρχές, διασφαλίζοντας υψηλή ποιότητα διαβίωσης. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο μελετώνται παράγοντες, όπως ο φυσικός φωτισμός και αερισμός, η θερμοκρασία, η ηχοπροστασία και η ποιότητα αέρα των εσωτερικών χώρων. 

Τέλος, η αλληλεπίδραση της κατασκευής με τα δίκτυα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας των διαφορετικών ιδιοτήτων της ενέργειας που εισέρχεται ή εξέρχεται από το δίκτυο στην κατασκευή και αντίστροφα, το δίκτυο είναι σε χειρότερη θέση από ότι το κτίριο, είτε επειδή δε χρειάζεται πάντα τα επιπλέον ποσά ενέργειας, είτε επειδή δεν έχει τη δυνατότητα να τα διαχειριστεί. Θα πρέπει να επιδιώκεται, επομένως, η ενέργεια που παρέχεται στο δίκτυο να είναι αντίστοιχης ποιότητας αλλά και χρησιμότητας με αυτή που δέχεται το κτίριο από το δίκτυο.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου