ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ - ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ

Τα ανοίγματα αποτελούν το πιο ευάλωτο σημείο μεταφοράς θερμότητας σε μία κατασκευή, καθώς καταλαμβάνουν συνήθως μεγάλο ποσοστό των όψεων αλλά και γιατί η θερμομονωτική ικανότητα υστερεί σημαντικά συγκριτικά με αυτή της τοιχοποιίας [εικόνα 1]. Ακόμα και οι γυάλινες επιφάνειες που έχουν το χαμηλότερο συντελεστή θερμοπερατότητας, υστερούν κατά πολύ σε σύγκριση με μία πολύ καλά μονωμένη τοιχοποιία με 5-10 φορές μεγαλύτερες απώλειες θερμότητας. Για το λόγο αυτό, τα πρώτα κτίρια στα οποίο έγινε προσπάθεια να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας είχαν τη τάση να μειώνουν το δυνατόν περισσότερο την επιφάνεια των ανοιγμάτων, εξαιτίας των απωλειών και διαρροών θερμότητας που προέκυπταν εξαιτίας τους. Αυτό, όμως, δημιουργούσε σκοτεινούς εσωτερικούς χώρους που είχαν ανάγκη από τεχνητό φωτισμό σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Κατά συνέπεια και η ποιότητα των χώρων ήταν μειωμένη και η εξοικονόμηση ενέργειας δεν ήταν η προβλεπόμενη, καταναλώνοντας μεγάλα ποσά για τεχνητό φωτισμό. Στόχος πλέον είναι η δημιουργία ανοιγμάτων που να εκμεταλλεύονται στο μέγιστο βαθμό το φως του ηλίου αλλά και τα ηλιακά θερμικά κέρδη. Επομένως, κατά τη διαδικασία του σχεδιασμού, οφείλεται να γίνεται συνετή χρήση ανοιγμάτων τόσο ως προς το μέγεθος, όσο και ως προς τον προσανατολισμό, με προσπάθεια επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της μειωμένης κατανάλωσης ενέργειας και τη διαμόρφωση εσωτερικών περιβαλλοντικών συνθηκών υψηλής ποιότητας.

ΑΙΟΛΙΚΕΣ ΚΑΜΙΝΑΔΕΣ ΑΕΡΙΣΜΟΥ

Σκοπός της χρήσης του συγκεκριμένου συστήματος αερισμού είναι η συνεχής ανανέωση του εσωτερικού αέρα με σκοπό να διατηρείται η ποιότητα του σε υψηλά επίπεδα, παράλληλα με την ελαχιστοποίηση της ενεργειακής κατανάλωσης. Τα συστήματα παθητικού αερισμού βασίζονται στην ύπαρξη ελάχιστης εισροής αέρα από τα ανοίγματα και στη συνέχεια οδηγούν το θερμός αέρα, εξαιτίας της μικρής πυκνότητάς του, στο εξωτερικό του κτιρίου από τις σωλήνες που λειτουργούν σαν καμινάδες. Η τοποθέτηση των σωλήνων του εισερχόμενου και εξερχόμενου αέρα σε έναν εναλλάκτη θερμότητας, έχει ως αποτέλεσμα την εκμετάλλευση της θερμότητας από τη μεταξύ τους μεταφορά τουλάχιστον κατά 70%. Αυτό συμβάλλει στη μείωση των αναγκών για θέρμανση και ψύξη καθώς και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ως και 30%.

Η εγκατάσταση ηλεκτρικών ανεμιστήρων σε τέτοιου είδους συστήματα ενισχύουν τη ροή αέρα, κάνοντάς τα να λειτουργούν ακόμα πιο αποτελεσματικά, παρόλα αυτά όμως καταναλώνουν το 50% της ενέργειας που έχει εξοικονομηθεί με το σύστημα του εναλλάκτη θερμότητας, επομένως η μείωση της κατανάλωσης και των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα δεν ξεπερνά σε αυτή την περίπτωση το 15%. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί απόληξη καμινάδας, η αεροδυναμική της οποίας θα συντελεί στην κατάλληλη κυκλοφορία του αέρα στο εσωτερικό της χωρίς ηλεκτρική υποστήριξη. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της συνεχής τοποθέτησης της εισόδου αέρα στην επικρατούσα διεύθυνση του ανέμου που έχει θετική ποίηση με την ταυτόχρονη έξοδο του αέρα στην αντίθετη πλευρά που έχει αρνητική πίεση ανέμου. 

ΑΕΡΟΣΤΕΓΑΝΩΣΗ

Ακόμα και στην περίπτωση όπου έχουμε ένα πολύ καλά θερμομονωμένο κτίριο, οι διαρροές αέρα μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια θερμότητας κατά 50% περίπου. Ωστόσο, ο αερισμός των εσωτερικών χώρων των κτιρίων είναι απαραίτητος για την παροχή της κατάλληλης ποσότητας αέρα που χρειάζεται για την ανθρώπινη αναπνοή, τον έλεγχο των επιπέδων υγρασίας, καθώς και για την απόρριψη των οσμών. Οι πρώτες κατασκευές που προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειες ενέργειας που οφείλονται στον αερισμό, το κατάφεραν απλά ελέγχοντας και μειώνοντας τον αερισμό των εσωτερικών χώρων. Όμως, η ποιότητα του αέρα των συγκεκριμένων κατασκευών ήταν πολύ χαμηλή, καταδικάζοντας τους χρήστες που δραστηριοποιούνταν σε αυτές.

Τα κτίρια μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου ελέγχουν τις απώλειες ενέργειας που οφείλονται στον αερισμό, αλλά παράλληλα διατηρούν υψηλής ποιότητας εσωτερικές συνθήκες. Αυτό το επιτυγχάνουν με την κατασκευή αεροστεγούς κελύφους, περιορίζοντας τις διαρροές αέρα, και με τον μηχανικά ελεγχόμενο αερισμό των εσωτερικών χώρων, ο οποίος παρέχει τη απαραίτητη ποσότητα φρέσκου αέρα που χρειάζεται κάθε φορά. Ο εναλλάκτης θερμότητας που χρησιμοποιείται για την προθέρμανση και την προψύξη του εισερχόμενου αέρα, εκμεταλλευόμενος τη θερμοκρασία του εξερχόμενου αέρα, συντελεί στη μείωση των απωλειών θερμότητας τουλάχιστον κατά 70%.