ΘΕΡΜΑΝΣΗ – ΨΥΞΗ

Τα κτίρια μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου μπορούν να μηδενίσουν, σχεδόν, την ανάγκη για θέρμανση και ψύξη των εσωτερικών χώρων. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να έχουν πολύ καλή θερμομόνωση και αεροστεγάνωση, όντας θερμικά συμπαγή και χωρίς ανεξέλεγκτες διαρροές αέρα. Οι απώλειες θερμότητας τέτοιων κατασκευών είναι τόσο μικρές που μπορούν να αναπληρωθούν με πολύ απλούς τρόπους, όπως αξιοποιώντας τη θερμότητα που παράγουν οι ηλεκτρικές συσκευές κατά τη λειτουργία τους, οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται σε ένα χώρο και τα φωτιστικά σώματα. Και η θερμότητα που προέρχεται από την ηλιακή ακτινοβολία και εισέρχεται στο εσωτερικό του κτιρίου από τα ανοίγματα του μπορεί να συμβάλλει στην επίτευξη συνθηκών άνεσης. Τα ανοίγματα που έχουν νότιο προσανατολισμό, με κατάλληλη τοποθέτηση μπορούν να παρέχουν τουλάχιστον το 20% των ετήσιων απαιτήσεων θέρμανσης.

Επιπλέον, η επίτευξη της απαραίτητης θερμομόνωσης του κτιρίου, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ανάκτησης της θερμότητας από ελεγχόμενο σύστημα αερισμού και η αεροστεγάνωση της κατασκευής μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση στην κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση πάνω από 70%. Από την άλλη πλευρά, η ψύξη των εσωτερικών χώρων, ελαχιστοποιώντας τις ενεργειακές απαιτήσεις της είναι πολύ σημαντική, ιδίως σε περιοχές του πλανήτη όπου η ανάγκη για ψύξη είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη για θέρμανση κατά τη διάρκεια του έτους. Ο επαρκής φυσικός αερισμός και σκιασμός των εσωτερικών χώρων σε συνδυασμό με τη χρήση των απαραίτητων τεχνολογιών και συστημάτων, έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν σε σημαντικό βαθμό την ενέργεια που απαιτείται για την ψύξη, τόσο ώστε να μπορεί να καλυφθεί από την εκμετάλλευση ανανεώσιμων μορφών ενέργειας στην κατασκευή.

Μια λανθασμένη τακτική που συναντάμε πολύ συχνά, είναι η λειτουργία των μονάδων κλιματισμού να μη συνοδεύεται με κάποια μέτρα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την ενεργειακή τους απόδοση και οφείλεται, συνήθως, στην αμέλεια και αδιαφορία των χρηστών. Έτσι, συχνά παρατηρούνται φαινόμενα, όπως προσπάθεια ψύξης εσωτερικών χώρων με ταυτόχρονα ανοικτά παράθυρα, είτε φαινόμενα ψύξης χώρων που δέχονται έντονα ηλιακά κέρδη χωρίς την πρόβλεψη για παρουσία κάποιας μεθόδου σκίασης που θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη για κλιματισμό. Ωστόσο, η παρουσία τέτοιου είδους φαινομένων εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό και από τη στοιχειώδη ενημέρωση και ευαισθησία των χρηστών. Αντίστοιχα, τη χειμερινή περίοδο η ανεπαρκής θερμομόνωση και οι ανεξέλεγκτες διαρροές αέρα, προσπαθούν να αντισταθμιστούν με τη συνεχή λειτουργία των μονάδων θέρμανσης. Παράλληλα, τις περισσότερες φορές, τα ηλεκτρομηχανολογικά συστήματα στα κτίρια είναι υπερδιαστασιολογημένα, με σκοπό να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες που θα προκύψουν για ορισμένα χρονικά διαστήματα. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα η συνεχής λειτουργία τους να υπερτερεί των απαιτούμενων αναγκών και, άρα, την πολύ μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας κατά τη διάρκεια της ζωής τους.


[Εικόνα 1] Κατανομή θερμοκρασίας εσωτερικών χώρων στους διαφορετικούς τρόπους θέρμανσης. Το ενδοδαπέδιο σύστημα θέρμανσης προσεγγίζει το ιδανικό σενάριο

Η χρησιμοποίηση αποδοτικότερων κλιματιστικών συστημάτων με καλύτερη σχέση απόδοσης/κατανάλωσης [COP[1], η χρήση καλά μονωμένων σωλήνων, ώστε να μην υπάρχουν παράπλευρες απώλειες θερμότητας, ακόμα και η τοποθέτηση τους σε σημεία που προστατεύονται από τον ήλιο μπορούν να αυξήσουν την απόδοση τους και να μειώσουν συνεπώς την κατανάλωση ενέργειας. Και σε αυτή την περίπτωση η χρήση αισθητήρων, οι οποίοι θα απενεργοποιούν τον κλιματισμό όταν οι χώροι δεν χρησιμοποιούνται, μπορούν να συνεισφέρουν στη μείωση της κατανάλωσης. Το ύψος των εσωτερικών χώρων είναι ένα επιπλέον στοιχείο του σχεδιασμού που επηρεάζει τις ανάγκες θέρμανσης. Σε ένα χώρο με μεγάλο ύψος η θερμότητα συσσωρεύεται, λόγω άνωσης, στο ανώτερο μέρος του, το οποίο απέχει αρκετά από το ύψος που βρίσκεται το ανθρώπινο σώμα. Έτσι, απαιτούνται μεγαλύτερα ποσά ενέργειας ώστε να επιτευχθεί θερμική άνεση σε σχέση με ένα κτίριο με εσωτερικούς χώρους μικρότερου ύψους. Η χρήση ενδοδαπέδιου [εικόνα 1] συστήματος θέρμανσης - ψύξης μειώνει σημαντικά την ένταση του συγκεκριμένου φαινομένου. Τέλος, επιτυχημένη πρακτική είναι, η ελάττωση των απαιτήσεων θερμικής άνεσης των εσωτερικών χώρων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται το επίπεδο διαβίωσης, απλώς προσαρμόζεται σε πιο λογικά επίπεδα. Κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας, διότι οι δύο αυτές λειτουργίες απαιτούν ένα μεγάλο κομμάτι της καταναλισκόμενης ενέργειας στις κτιριακές εγκαταστάσεις [2].



[1] COP είναι ο συντελεστής απόδοσης των ηλεκτρικών συσκευών που παράγουν θερμότητα και υπολογίζεται από τη σχέση COP=Qh/W, που Qh είναι η θερμότητα που παράγει η συσκευή και W η ενέργεια που καταναλώνει η συσκευή για να παράξει τη συγκεκριμένη ποσότητα θερμότητας
[2] Για παράδειγμα, εάν ρυθμιστεί ο θερμοστάτης στους 21οC το χειμώνα και στους 27οC το καλοκαίρι, από 25οC και 22οC αντίστοιχα, η μείωση της καταναλισκόμενης ενέργειας είναι τεράστια, ενώ, παράλληλα, οι συνθήκες στο εσωτερικό διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα. Το ίδιο συμβαίνει και με το φωτισμό

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου