ΚΤΙΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Κατά τη δεκαετία του 1970, οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις αύξησαν το κόστος ενέργειας ως και 300%. Για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας θεωρήθηκε το θερμικό ισοζύγιο του κτιρίου ως το ενεργειακό του ισοζύγιο, με αποτέλεσμα να στοχεύεται η μείωση της ενέργειας που απαιτείται για τη θέρμανση των εσωτερικών του χώρων. Και παρόλο που οι πρώτες προσπάθειες προσέγγισης είχαν ικανοποιητικά αποτελέσματα στον τομέα της θέρμανσης, συντέλεσαν και στη δημιουργία αρκετών προβλημάτων μειώνοντας την ποιότητα του εσωτερικού περιβάλλοντος. Εμφανίστηκαν φαινόμενα όπως ο ανεπαρκής φυσικός φωτισμός, η απουσία οπτικής επαφής με το εξωτερικό περιβάλλον, η χαμηλή ποιότητα του εσωτερικού αέρα και τα αυξημένα επίπεδα υγρασίας λόγω ανεπαρκούς αερισμού.
Τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε μια προσπάθεια για την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη λήψη μέτρων για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Έτσι αρχίζουν να εμφανίζονται κτίρια χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης, δίνοντας έμφαση στο βιοκλιματικό σχεδιασμό, αξιοποιώντας το φυσικό περιβάλλον και όχι απομονώνοντας το από αυτό, λαμβάνοντας μέτρα για τον απαραίτητο ηλιασμό, την ηλιοπροστασία, την κατάλληλη θερμοχωρητικότητα και το φυσικό αερισμό. 

Από τη δεκαετία του 1990 ωστόσο, ξεκίνησε να διερευνάται και το επιστημονικό υπόβαθρο, με την παράλληλη χρήση υπολογιστικών εφαρμογών, καθιστώντας δυνατή τη ανάλυση των ιδιοτήτων και της συμπεριφοράς του κτιρίου κατά τη διάρκεια της ζωής του. Επιπλέον, συνεχώς θεσμοθετούνται ολοένα και υψηλότερες απαιτήσεις για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ενέργειας που χρειάζονται τα σύγχρονα συμβατικά κτίρια ως και 80% σε σχέση με αυτή που χρειάζονταν τα αντίστοιχα κτίρια που κτίστηκαν τη δεκαετία του 1970, με αποκορύφωμα τα κτίρια μηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου τα οποία παράγουν όση ενέργεια απαιτείται για τη λειτουργία τους.

Κατανοούμε, επομένως ότι ένα κτίριο αποτελεί ένα σύνθετο ενεργειακά σύστημα σε ένα τομέα όπου δαπανούνται τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Ο κτιριακός τομέας είναι υπεύθυνος για την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας και την εκπομπή μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Τα κτίρια ευθύνονται για το 35% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, το 65% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, το 35% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και για το 10% της συνολικής κατανάλωσης νερού. Ένα μεγάλο μέρος της ενέργειας καταναλώνεται για τη διατήρηση των εσωτερικών συνθηκών και την αντιμετώπιση της θερμότητας, που δεν θα έπρεπε να είχε εισέλθει στο κτίριο, εάν είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα όπως η απαραίτητη θερμομόνωση, η προστασία του κελύφους, η βελτιστοποίηση του μεγέθους των ανοιγμάτων, η ηλιοπροστασία και η αποφυγή των διαρροών αέρα. Ο κατάλληλος αρχικός σχεδιασμός και η λήψη των απαιτούμενων μέτρων, επομένως, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση μεγάλου μέρους των ενεργειακών απαιτήσεων .

Ωστόσο, δεν υπάρχουν παραδειγματικές λύσεις καθώς κάθε κτίριο έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και απαιτήσεις, το ίδιο και οι χρήστες του. Κατά συνέπεια οι μέθοδοι και οι στρατηγικές αντιμετώπισης εξαρτώνται και προσαρμόζονται κάθε φορά από ποικίλους παράγοντες όπως ο προσανατολισμός, το έδαφος, τα περιβάλλοντα κτίρια, τα κλιματικά και φυσικά φαινόμενα, καθώς και από τις επιθυμίες, τις απαιτήσεις και τις συνήθειες των χρηστών.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου