SØNDENBORG [DENMARK]

Το Sondenborg είναι μια πόλη 80.000 περίπου κατοίκων στη νότια Δανία, η οποία στοχεύει μέχρι το 2029 να έχει μετατραπεί σε μία κοινωνία μηδενικού ισοζυγίου σε διοξείδιο του άνθρακα. Για να μηδενιστούν οι 675.000 τόνοι διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπει κάθε χρόνο αυτή τη στιγμή η πόλη στοχεύετε η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας σε όλους τους τομείς [εταιρίες κοινής ωφέλειας, επιχειρήσεις, δήμος, κατοικίες], με σκοπό να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας τουλάχιστον κατά 40% σε σχέση με την υπάρχουσα, χρησιμοποιώντας καινοτόμες τεχνολογίες. Ενώ, για την κάλυψη των υπόλοιπων αναγκών θα χρησιμοποιούνται ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. Η συνολική ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εκλύεται στην ατμόσφαιρα αντιστοιχεί σε 8,5 τόνους ανά κάτοικο, για το 82% των οποίων ευθύνεται η χρήση ορυκτών καυσίμων. Πιο συγκεκριμένα το 6% προέρχεται από το εμπόριο, το 7% από τις δημοτικές υπηρεσίες, το 8% από τη γεωργία, το 25% από τις κατοικίες, το 27%  από τις μεταφορές και το 27% από τις επιχειρήσεις.

Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσό ενέργειας καταναλώνεται για τη λειτουργία των κτιρίων και του εξοπλισμού τους και για τις μετακινήσεις. Για το λόγο αυτό το πρόγραμμα στοχεύει ότι μέχρι το 2029 όλα τα νέα κτίρια που θα κατασκευάζονται στην περιοχή θα είναι μηδενικού ή θετικού ενεργειακού ισοζυγίου, παράγοντας την ενέργεια που χρειάζονται για τη λειτουργία τους και διανέμοντας το πλεόνασμά της στο δίκτυο, ενώ θα προωθηθεί η χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, τα οποία θα λειτουργούν με ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, έναντι οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως. Ταυτόχρονα, η ανάγκη για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και για επενδύσεις σε ανανεώσιμες μορφές ενέργειας γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη, καθώς τα αποθέματα των ορυκτών καυσίμων μειώνονται συνεχώς και το κόστος στους αυξάνεται. Υψηλό όμως είναι αυτή τη στιγμή και η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η λύση που έχει να αντιπαραθέσει η πόλη του Sondenborg σε αυτό είναι η δημιουργία ενός δυναμικού συστήματος μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, το οποίο εξαιτίας της μεγάλης παραγωγής θα παρέχει ενέργεια με μικρότερο κόστος. 

Θα γίνεται εκμετάλλευση της ηλιακής, αιολικής και γεωθερμικής ενέργειας, θα αξιοποιούνται τα απορρίμματα, ενώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα κινούνται με βιοαέριο ή βιοαιθανόλη. Με μείωση 50% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από τη θέρμανση των κτιρίων, 28% αυτών που προέρχονται από το φωτισμό και τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών και 5% μείωση της κατανάλωσης ενέργειας των εργοστασίων, θα συμβάλλουν στην επίτευξη του αρχικού στόχου που προβλέπει 25% μείωση των συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2015. Για να επιτευχθεί αυτό προβλέπεται ότι οι 21 ήδη υπάρχουσες ανεμογεννήτριες θα αντικατασταθούν με άλλες νέας τεχνολογίας και πιο αποδοτικές, ενώ θα τοποθετηθούν και τέσσερις νέες. Από το 2015 και έπειτα, ωστόσο, προβλέπεται και η τοποθέτηση ανεμογεννητριών στη θάλασσα καθώς και η εκτεταμένη χρήση φωτοβολταϊκών πάνελ. Η βιομάζα και το βιοαέριο αναμένεται να αποτελέσουν τις βασικές πηγές ενέργειας της πόλης νωρίτερα από το 2029. Για το λόγο αυτό έχει προγραμματιστεί η κατασκευή δύο εργοστασίων, το 2013 και το 2015, τα οποία θα μετατρέπουν τα απορρίμματα σε καύσιμα, ενώ προωθείται και η χρήση αυτοκινήτων που κινούνται με εναλλακτικές μορφές καυσίμων. Ήδη από το 2009 έχει ξεκινήσει μια διαδικασία αντικατάστασης του στόλου των δημοτικών οχημάτων με ηλεκτρικά, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται για μικρές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας και να φορτίζονται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τέλος, μαθήματα που αφορούν το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη θα ενταχθούν σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, ώστε τα παιδιά από μικρή κιόλας ηλικία να αποκτούν τις απαραίτητες γνώσεις και να οικειοποιούνται.

Η θέρμανση των κτιρίων θα βασίζεται σε αντλίες θερμότητας και στην καύση βιομάζας και όχι στο ηλεκτρικό ρεύμα και στα ορυκτά καύσιμα, επιφέροντας μείωση τουλάχιστον 15% στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Αυτή τη στιγμή η θέρμανση των κτιρίων πραγματοποιείται κατά 34% με τη χρήση τηλεθέρμανσης και μόλις 1% με τη χρήση αντλιών θερμότητας. Η λειτουργία της τηλεθέρμανσης βασίζεται κυρίως στη χρήση απορριμμάτων και ορυκτών καυσίμων, αλλά σταδιακά γίνεται όλο και περισσότερο χρήση ηλιακής και γεωθερμικής ενέργειας καθώς και βιοαερίου. Για τις κατοικίες που βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές και χρησιμοποιούν στην παρούσα φάση ορυκτά καύσιμα για θέρμανση, θέτεται ως στόχος μέχρι το 2015 οι μισές τουλάχιστον από αυτές να βασίζονται σε μορφές ενέργειας που δε στηρίζονται σε ορυκτά καύσιμα. Για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, η δημοτική αρχή πραγματοποίησε βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση 210 δημόσιων κτιρίων. Ενώ, η αντικατάσταση 5.000 λαμπών φωτισμού που πραγματοποίησε θα έχει ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 150 τόνων διοξειδίου του άνθρακα ετησίως.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου